sukellus Grieķu
4 tulkojumi
| Tulkojums | Konteksts | Audio |
|---|---|---|
|
izplatīts
🇫🇮 Tein sukelluksen meren pohjassa
🇬🇷 Έκανα μια βουτιά στον βυθό της θάλασσας
🇫🇮 Sukellus oli hauskaa
🇬🇷 Η βουτιά ήταν διασκεδαστική
|
ikdienas lietošana | |
|
izplatīts
🇫🇮 Hän harrastaa sukellusta
🇬🇷 Ασχολείται με την κατάδυση
🇫🇮 Sukellus vaatii erityisvarusteita
🇬🇷 Η κατάδυση απαιτεί ειδικό εξοπλισμό
|
formāls | |
|
formāls
🇫🇮 Sukellus on vaativa harrastus
🇬🇷 Οι καταδύσεις είναι απαιτητικό χόμπι
🇫🇮 Sukellustekniikat kehittyvät
🇬🇷 Οι τεχνικές καταδύσεων εξελίσσονται
|
tehnisks | |
|
reti
🇫🇮 Sukellus voi olla vaarallista ilman oikeaa koulutusta
🇬🇷 Η κατάδυση μπορεί να είναι επικίνδυνη χωρίς την κατάλληλη εκπαίδευση
🇫🇮 Sukelluksessa käytetään erityisiä laitteita
🇬🇷 Κατά την κατάδυση χρησιμοποιούνται ειδικός εξοπλισμός
|
medicīnisks |