modifier Grieķu

4 tulkojumi
Tulkojums Konteksts Audio
formāls
🇫🇮 Ohjelmassa käytetään useita modifioijia.
🇬🇷 Το πρόγραμμα χρησιμοποιεί πολλούς τροποποιητές.
🇫🇮 Muokkaamme koodin modifioijaa.
🇬🇷 Τροποποιούμε τον κώδικα με τον τροποποιητή.
tekninen, tietojenkäsittely
formāls
🇫🇮 Adjektiivi toimii lauseessa modifioijana.
🇬🇷 Το επίθετο λειτουργεί ως τροποποιητής στην πρόταση.
🇫🇮 Modifioijat muuttavat sanan merkitystä.
🇬🇷 Οι τροποποιητές αλλάζουν το νόημα της λέξης.
kieliopillinen termi
formāls
🇫🇮 Reaktiossa käytettiin modifioijaa.
🇬🇷 Στη αντίδραση χρησιμοποιήθηκε τροποποιητής.
🇫🇮 Modifioijat vaikuttavat aineen ominaisuuksiin.
🇬🇷 Οι τροποποιητές επηρεάζουν τις ιδιότητες της ουσίας.
kemia, fysiikka
izplatīts
🇫🇮 Tietokoneessa on tehokas modifioija.
🇬🇷 Ο υπολογιστής έχει ισχυρό επεξεργαστή.
🇫🇮 Modifioija suorittaa laskutoimitukset.
🇬🇷 Ο επεξεργαστής εκτελεί τους υπολογισμούς.
tekninen, laitteisto